επιβλής

ἐπιβλής, ο (Α)
1. αυτός που προεξέχει
2. σύρτης, μάνταλο τής πόρτας
3. διασταυρούμενο δοκάρι
4. φρ. «ἄκρον ἐπιβλῆτος» — η βάλανος τού πέους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + βλής «πεταμένος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιβλής — bolt masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβλῆτα — ἐπιβλής bolt masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβλῆτας — ἐπιβλής bolt masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβλῆτες — ἐπιβλής bolt masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβλῆτος — ἐπιβλής bolt masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιρρήσσω — ἐπιρρήσω ιων. και επικ. τ. αντί ἐπιρράσσω (Α) 1. τραβώ με τη βία και κλείνω («θύρην δ’ ἔχε μοῡνος ἐπιβλής εἰλάτινος, τὸν τρεῑς μὲν ἐπιρρήσσεσκον..., τρεῖς δ’ ἀναοίγεσκον μεγάλην κληῑδα θυράων», Ομ. Ιλ.) 2. (για άνεμο) (αμτβ.) ορμώ βίαια, ξεσπώ 3 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.